Απόφαση για ελβετικό φράγκο και σχολιασμός

Δημοσιεύτηκε: 09/11/2015


Αριθμός απόφασης: 26/2015 Πολ. Πρωτ. Ξάνθης
Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύεται στα ΧΡΙΔ στον τόμο 2015, σελ. 512
 Πρόεδρος: Μ. Ζαχαριάδου (Πρόεδρος Πρωτοδικών)
Εισηγήτρια: Αρ. Ελευθεριάδου (Δικαστικός Πάρεδρος)
Δικηγόρος: Α. Χατζησταμάτης
Δικηγόρος: Π. Καραβέλης
Δικηγόρος: Η. Ανδρέου
    

Kείμενο απόφασης

[…Κατ’ άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών”, όπως ήταν διατυπωμένο πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 24 στοιχείο β΄ του ν. 2741/1999, οι γενικοί όροι των συναλλαγών (Γ.Ο.Σ.) απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα την υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων εις βάρος του καταναλωτή. Στην έννοια του καταναλωτή περιλαμβάνονται και οι πελάτες των τραπεζών, στους οποίους αυτές χορηγούν καταναλωτικά ή στεγαστικά δάνεια χωρίς ουσιαστική διαπραγμάτευση αλλά με βάση προδιατυπωμένους όρους που προορίζονται να εφαρμοστούν σε αόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας ενός τέτοιου γενικού όρου κρίνεται, αφού ληφθούν υπ’ όψιν η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της σύμβασης και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες αυτής ή άλλης σύμβασης, από την οποία αυτή εξαρτάται (ΑΠ 904/2011 ΤΝΠ Νόμος). Με το ν. 2251/1994 ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο η Οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5.4.1993 "σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες συμβάσεων που συνάπτονται με τους καταναλωτές”. Στο άρθρο 3 παρ. 1 της Οδηγίας ορίζεται ότι ρήτρα σύμβασης που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης θεωρείται καταχρηστική, όταν, παρά την απαίτηση της καλής πίστης, δημιουργείται εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα απορρέοντα από τη σύμβαση δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών. Η ρύθμιση του άρθρου 2 παρ. 6 ν. 2251/1994 εξειδικεύει τη γενική αρχή του άρθρου 281ΑΚ. Η ως άνω διάταξη του ν. 2251/1994 στην αρχική της διατύπωση χρησιμοποιούσε τον όρο "υπέρμετρη διατάραξη” της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων αποκλίνοντας έτσι λεκτικά από τη διατύπωση του άρθρου 3 παρ. 1 της Οδηγίας, στην οποία χρησιμοποιείται η φράση "σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών”. Στενή γραμματική ερμηνεία του όρου "υπέρμετρη” διατάραξη θα οδηγούσε σε σημαντικό περιορισμό της δυνατότητας ελέγχου του περιεχομένου των Γ.Ο.Σ. και συνεπώς σε μειωμένη προστασία του καταναλωτή έναντι εκείνης της Οδηγίας. Η ανάγκη εναρμονισμένης προς την Οδηγία ερμηνείας του εθνικού δικαίου επιβάλλει να ερμηνεύεται διασταλτικά ο όρος υπέρμετρη διατάραξη, ώστε να αντιστοιχεί στη σημαντική ανισορροπία. Η ίδια ανάγκη επιβάλλει να δοθεί η ίδια έννοια μέσω τελολογικής συστολής στον όρο διατάραξη, ακόμη και μετά την απάλειψη του όρου υπέρμετρη, στην οποία προέβη ο νεότερος νομοθέτης με το άρθρο 10 παρ. 24 στοιχείο β΄ του ν. 2741/1999. Συνεπώς, και μετά οπό την τροποποίηση αυτή, προϋπόθεση της καταχρηστικότητας κάποιου Γ.Ο.Σ. είναι η με αυτόν ουσιώδης ή σημαντική διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας (ΟλΑΠ 6/2006 ΤΝΠ Νόμος). Σημειωτέον ότι το άρθρο 2 παρ. 6 του ως άνω νόμου αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 3587/2007. Έτσι, πλέον ορίζεται ότι οι Γ.Ο.Σ. που επιφέρουν τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, απαγορεύονται και είναι άκυροι. Προστέθηκε, δηλαδή, με την ως άνω διάταξη ο όρος "σημαντική”, που δεν υπήρχε στην προϋπάρχουσα μορφή του άρθρου. Περαιτέρω, εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των Γ.Ο.Σ. που συνεπάγονται διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας, στο άρθρο 2 παρ. 7 του ν. 2251/1994 απαριθμούνται ενδεικτικώς τριάντα μία περιπτώσεις Γ.Ο.Σ., που θεωρούνται καταχρηστικοί άνευ ετέρου. Ως προς αυτούς δεν ερευνάται η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας, διότι θεωρούνται καταχρηστικοί κατ’ αμάχητο τεκμήριο. Σε αυτούς τους Γ.Ο.Σ. περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων και όσοι, χωρίς σπουδαίο λόγο, αφήνουν το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή (άρθρο 2 παρ. 7 περ. ια΄ του ν. 2251/1994). Είναι δυνατή η σωρευτική εφαρμογή από το Δικαστήριο των παρ. 6 και 7 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994, διότι η επίκληση του γενικού αξιολογικού κριτηρίου της διατάραξης της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή ενδεχομένως να είναι χρήσιμη για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και αξιολογικών κριτηρίων, που χρησιμοποιούνται στις επιμέρους περιπτώσεις του ενδεικτικού καταλόγου. Άλλωστε, οι περιγραφόμενες από το νόμο ειδικές κατ’ αμάχητο τεκμήριο περιπτώσεις καταχρηστικότητας αποτελούν ενδεικτικές (περιπτώσεις), που καθοδηγούν ως προς την ερμηνεία της γενικής ρήτρας και δη της έννοιας της διατάραξης της συμβατικής ισορροπίας. Μεταξύ των καθοδηγητικών αρχών, οι οποίες συνάγονται από αυτές τις ειδικές ενδεικτικά αναφερόμενες περιπτώσεις καταχρηστικότητας, συγκαταλέγεται η αρχή της διαφάνειας και η αρχή της απαγόρευσης της άνευ αιτίας ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής ή των επιμέρους στοιχείων της στην απόλυτη κρίση του προμηθευτή. Ειδικότερα, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, η οποία ρητά διατυπώνεται και στο άρθρο 5 της Οδηγίας, οι Γ.Ο.Σ. πρέπει να είναι διατυπωμένοι με τρόπο σαφή και κατανοητό, ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει εκ των προτέρων κρίσιμα στοιχεία ή μεγέθη της σύμβασης όπως τη διάρκειά της και τα μεγέθη, που περικλείονται στη βασική σχέση παροχής και αντιπαροχής. Η σχέση αυτή παροχής και αντιπαροχής κατ’ αρχήν δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν για το χαρακτηρισμό ορισμένου Γ.Ο.Σ. ως καταχρηστικού. Εντούτοις, κατ’ άρθρο 4 παρ. 2 της Οδηγίας, ελέγχεται, εάν ο σχετικός όρος είναι ή όχι διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, εάν έχει, δηλαδή, παραβιασθεί η αρχή της διαφάνειας (ΑΠ 561/2014 ΤΝΠ Νόμος). Η απαίτηση για διαφάνεια των Γ.Ο.Σ. δεν αφορά απλώς και μόνο την κατανόησή τους από τυπική και γραμματική άποψη αλλά επεκτείνεται και στη λειτουργία τους, ούτως ώστε ο καταναλωτής να δύναται να εκτιμήσει βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων τις οικονομικές συνέπειες και μεταβολές, τις οποίες συνεπάγεται γι’ αυτόν κάθε όρος (ΔΕΚ, απόφαση της 30ής Απριλίου 2014, υπόθεση C-26/13, Árpád Kásler, Hajnalka Káslerné Rábai κατά OTP Jelzálogbank Zrt, www.curia.europa.eu, σκέψεις 71-75). Επειδή η προαναφερθείσα σαφήνεια επιδρά στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του καταναλωτή, απαγορεύεται η εκ μέρους του προμηθευτή χρήση ασαφών ή πολυσήμαντων ρητρών με σκοπό την ενίσχυση της θέσης του έναντι του καταναλωτή. Επιβάλλεται να είναι ευκρινείς ιδίως οι δυσμενείς οικονομικές συνέπειες και επιβαρύνσεις υπό την έννοια ότι πρέπει να μπορούν να γίνουν άμεσα κατανοητές από τον στερούμενο εξειδικευμένων νομικών ή οικονομικών γνώσεων μέσο καταναλωτή. Επομένως, η νομοθετική επιταγή της διαφάνειας των Γ.Ο.Σ. στοχεύει στη χρήση σαφούς και κατανοητής διατύπωσης, στην επίτευξη του ορισμένου ή οριστού περιεχομένου τους και στην προβλεψιμότητα της ύπαρξης τους. Αδιαφανείς ρήτρες, οι οποίες αποκρύπτουν την πραγματική, νομική και οικονομική κατάσταση δημιουργούν τον κίνδυνο είτε να απόσχει ο καταναλωτής από την άσκηση ορισμένων δικαιωμάτων του είτε να αποδεχθεί αξιώσεις, τις οποίες μόνο φαινομενικά διατηρεί ο προμηθευτής. Υπ’ αυτό το πρίσμα οι αδιαφανείς ρήτρες ενίοτε άγουν στη διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας κατ’ άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994. Για τους λόγους αυτούς οι Γ.Ο.Σ. πρέπει να εμφανίζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών κατά τρόπο ορισμένο, σαφή και εύληπτο (ΑΠ 652/2010, ΑΠ 430/2005 ΤΝΠ Νόμος). Περαιτέρω, γίνεται δεκτό ότι η ακυρότητα ενός Γ.Ο.Σ. δεν επιδρά σε ολόκληρη τη σύμβαση αλλά είναι μερική. Άκυρος θεωρείται μόνον ο κατά το νόμο καταχρηστικός όρος. Το κενό που δημιουργείται από την ακυρότητα ενός Γ.Ο.Σ. καλύπτεται κατ’ αρχήν και εφ’ όσον υπάρχει σχετική ρύθμιση, με την εφαρμογή του αντίστοιχου κανόνα ενδοτικού δικαίου, ο οποίος, όπως προκύπτει από τη δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη της προαναφερθείσας Οδηγίας θεωρείται ότι συνάδει με τους σκοπούς του άρθρου 6 παρ. 1 της Οδηγίας αυτής (ανωτέρω απόφαση του ΔΕΚ, σκέψεις 80-82 και 85). Σε διαφορετική περίπτωση, το Δικαστήριο συμπληρώνει ερμηνευτικά τη σύμβαση κατ’ άρθρο 200 ΑΚ (ΕφΑθ 1471/2013 ΤΝΠ Νόμος). Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης το Δικαστήριο σταθμίζει τα συμφέροντα των μερών και ιδίως εκείνου, στην προστασία του οποίου αποβλέπει ο ερμηνευόμενος όρος, συνεκτιμά δε τη φύση και το σκοπό της δικαιοπραξίας, τις συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των μερών, τις τοπικές και γλωσσικές συνήθειες, τις προηγούμενες συναλλαγές των μερών και την προηγούμενη συμπεριφορά τους, τις προηγηθείσες διαπραγματεύσεις και το πώς οι σχετικές δηλώσεις του ενός μέρους αναμένονταν να εκληφθούν από το άλλο μέρος. Το δικαστήριο για τη διαμόρφωση της ερμηνευτικής κρίσης του δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεσθεί στο περιεχόμενο της σύμβασης αλλά δύναται να αντλήσει στοιχεία και εκτός αυτής, τα οποία θα προταθούν από τους διαδίκους, ακόμη και να αξιοποιήσει και στοιχεία από τη μεταγενέστερη από την κατάρτιση της σύμβασης συμπεριφορά των μερών, ως ενδεικτικά του περιεχομένου, το οποίο είχαν προσδώσει στη σύμβαση τα μέρη, γεγονός που υποδηλώνεται μεταξύ άλλων και με τις σύμφωνες προς το περιεχόμενο αυτό ενέργειές τους (ΑΠ 374/2013 ΤΝΠ Νόμος). Αντιθέτως, δεν είναι δυνατό να εφαρμοσθεί για τη συμπλήρωση του κενού που δημιουργείται από την ακυρότητα ενός Γ.Ο.Σ. η διάταξη του άρθρου 371 ΑΚ, διότι δεν αποτελεί κατάλληλο μέσο για την προστασία του καταναλωτή, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται κυρίως στις ατομικές συμβάσεις και είναι ανεπαρκής για τη διασφάλιση των συμφερόντων του καταναλωτή επί συμβάσεων, στις οποίες οι όροι μεταξύ των συμβαλλόμενων δεν καθίστανται αντικείμενο διαπραγμάτευσης αλλά είναι προδιατυπωμένοι από το κατά τεκμήριο ισχυρότερο μέρος, για να χρησιμοποιηθούν σε αόριστο αριθμό συμβάσεων (ΑΠ 1030/2001 ΤΝΠ Νόμος). Από το συνδυασμό των διατάξεων του ν. 2251/1994 με αυτές των άρθρων 200, 281, 297, 298, 299, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι και επί εφαρμογής του νόμου για την προστασία των καταναλωτών ισχύει η γενική αρχή του δικαίου ότι κάθε πράξη ή παράλειψη που ζημιώνει, δημιουργεί υποχρέωση για αποζημίωση και ενδεχομένως για την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης, εφόσον έγινε από πταίσμα του ζημιώσαντος κατά παράβαση όχι απλώς συγκεκριμένου κανόνα δικαίου αλλά της επιταγής του δικαίου που επιβάλλει στους κοινωνούς να μην ζημιώνουν με τη συμπεριφορά τους υπαιτίως τους άλλους. Άλλωστε, οι διατάξεις του ν. 2251/1994 δεν προστατεύουν μόνο τα συλλογικά συμφέροντα των καταναλωτών, ώστε να επιδικάζεται χρηματική ικανοποίηση μόνο επί συλλογικής αγωγής κατ’ άρθρο 10 του νόμου αυτού, αλλά και τα οικονομικά συμφέροντα εκάστου μεμονωμένου καταναλωτή (ΕφΑθ 4108/2012, ΕφΑθ 3210/2008, ΕφΑθ 2386/2006 ΤΝΠ Νόμος). […]

Από την εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως που ελήφθησαν νομίμως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου και από το περιεχόμενο όλων ανεξαιρέτως των μετ’ επικλήσεως προσκομιζομένων εγγράφων αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: Οι ενάγοντες είναι σύζυγοι μεταξύ τους. Ο μεν πρώτος είναι συνταξιούχος αρχιτέκτων μηχανικός, απόφοιτος του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και έχει διατελέσει αναπληρωτής καθηγητής στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, η δε δεύτερη είναι επίσης αρχιτέκτων μηχανικός, απόφοιτος του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και εργάζεται ως αναπληρώτρια καθηγήτρια στην Πολυτεχνική Σχολή του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης. Από άποψη μορφωτικού επιπέδου έχουν μεν αυξημένες γνώσεις που σχετίζονται όμως με την ειδικότητα του αρχιτέκτονα μηχανικού, ενώ δεν διαθέτουν οικονομικές γνώσεις. Το έτος 2008 απευθύνθηκαν στη εναγόμενη τράπεζα για τη λήψη στεγαστικού δανείου και δυνάμει της υπ’ αρ. […] σύμβασης στεγαστικού δανείου, που καταρτίστηκε στην Ξάνθη την 10.01.2008, η εναγόμενη χορήγησε στους ενάγοντες στεγαστικό δάνειο, προκειμένου να αποπληρώσουν το τίμημα της κατοικίας που μόλις είχαν αγοράσει οι ενάγοντες και βρίσκεται επί των οδών […], […] και […], δυνάμει του υπ’ αρ. […]/24.12.2007 συμβολαίου αγοράς της συμβολαιογράφου Ξάνθης Α.Π.. Ο πρώτος ενάγων συνεβλήθη στην δανειακή σύμβαση ως οφειλέτης και η δεύτερη ενάγουσα ως συνοφειλέτρια. Το δάνειο συμφωνήθηκε σε συνάλλαγμα και δη σε ελβετικά φράγκα και ήταν ποσού 330.492,72 ελβετικών φράγκων. Η ως άνω δανειακή σύμβαση συνοδευόταν από το προσάρτημα Ι, που υπογράφηκε την ίδια ημέρα με την δανειακή σύμβαση, ήτοι την 10.01.2008. Δυνάμει, λοιπόν, του προσαρτήματος της δανειακής σύμβασης συμφωνήθηκε ότι η αποπληρωμή του δανείου θα γινόταν σε 228 συνεχείς μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, με ημερομηνία έναρξης της τοκοχρεωλυτικής εξυπηρέτησης του δανείου την 01.03.2009. Επομένως, το δάνειο θα εξοφλούνταν εντός (228 δόσεις / 12 μήνες) δέκα εννέα ετών, ήτοι από το έτος 2009 μέχρι το έτος 2028. Συμφωνήθηκε το επιτόκιο αρχικά να είναι σταθερό και στη συνέχεια κυμαινόμενο και ειδικότερα ότι για μεν το χρονικό διάστημα από την ημέρα εκταμίευσης του δανείου και για τους επόμενους 24 μήνες που έπονταν τον μήνα εκταμίευσης του, το επιτόκιο συμφωνήθηκε να είναι σταθερό ανερχόμενο σε δύο και πενήντα ποσοστιαίες μονάδες και εν συνεχεία, μετά τη λήξη της ως άνω περιόδου, το επιτόκιο συμφωνήθηκε να είναι κυμαινόμενο, το οποίο θα αναπροσαρμοζόταν κάθε μήνα και θα ισούταν με το εκάστοτε LIBOR μηνός, που θα ίσχυε δύο εργάσιμες ημέρες πριν από την λήξη του προηγούμενου μήνα, προσαυξημένο κατά 1,20 ποσοστιαίες μονάδες. […] Αυτά ορίζονται στον όρο υπ’ αρ. 2 του προσαρτήματος της δανειακής σύμβασης. Το ποσόν των 330.492,72 φράγκων του δανείου εκταμιεύθηκε την 18.01.2008 με ισοτιμία μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου 1 προς 1,624500 και σε ευρώ 203.442,73. Το εν λόγω δάνειο ήταν αποπληρωτέο με μηνιαίες καταβολές σε ευρώ. Στις 24.07.2012, κατόπιν μερικής τροποποίησης της ανωτέρω σύμβασης ως προς τις δόσεις πληρωμής του ως άνω δανείου, οι ενάγοντες συμφώνησαν με την αντίδικο να καταβάλλουν μηνιαία τοκοχρεωλυτική δόση μειωμένη κατά 50% για διάστημα δώδεκα μηνών, μετά τη χορήγηση δύο μηνών αναστολής και σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 1γ των πρόσθετων πράξεων τροποποίησης των ανωτέρω συμβάσεων, κατά τη λήξη αναστολής η συνολική οφειλή προς την εναγομένη αποτελούμενη από τα ποσά της ληξιπρόθεσμης οφειλής, της ενήμερης οφειλής και των συμβατικών τόκων της περιόδου αναστολής, ρυθμίστηκε ώστε η αποπληρωμή της να πραγματοποιηθεί σε μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις σύμφωνα με την δανειακή σύμβαση και την υπολειπόμενη διάρκεια του δανείου. Επίσης, στις 03.10.2013, κατόπιν εκ νέου τροποποίησης της ανωτέρω δανειακής σύμβασης ως προς τις δόσεις αποπληρωμής, οι ενάγοντες συμφώνησαν με την εναγομένη την καταβολή μηνιαίας δόσης κατά 50% για χρονικό διάστημα δώδεκα μηνών και κατόπιν το ποσό κάθε τοκοχρεωλυτικής δόσης εξαρτήθηκε από το ύψος του κεφαλαίου που τελικώς θα είχε διαμορφωθεί. Συμφωνήθηκε ότι κατά τα λοιπά θα ίσχυαν οι όροι της αρχικής σύμβασης. Επιπλέον, δέον να σημειωθεί ότι οι ενάγοντες θα κατέβαλαν σε ευρώ το τίμημα της αγοράς του διαμερίσματος που αγόρασαν και δεν διαπιστώθηκε καμία περίσταση, συνδέουσα τους ενάγοντες ή τους πωλητές της κατοικίας με την Ελβετία ή το ελβετικό νόμισμα. Προς εξυπηρέτηση του δανείου η εναγόμενη άρχισε να τηρεί τον υπ’ αρ. … λογαριασμό, στον οποίο καταχωρούνται σε ευρώ τόσο οι χρηματικές καταβολές των εναγόντων όσο και οι δεδουλευμένοι τόκοι που βαρύνουν το δάνειο αλλά και κάθε άλλη εγγραφή. Οι ενάγοντες, ο μεν πρώτος ως συνταξιούχος και η δε δεύτερη ως αναπληρώτρια καθηγήτρια του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, οι οποίοι ζουν και εργάζονται στην Ελλάδα, λαμβάνουν τη σύνταξη και το μισθό της αντίστοιχα σε ευρώ και μη έχοντας στην κατοχή τους ελβετικά φράγκα καταβάλλουν σε ευρώ τις συμφωνηθείσες τοκοχρεωλυτικές δόσεις για την εξόφληση του δανείου, ασχέτως εάν μετατρέπονται αμέσως μετά, προκειμένου τυπικά το δάνειο να εξοφλείται σε ελβετικά φράγκα. Περαιτέρω, σύμφωνα με τον υπ’ αρ. 7α όρο της δανειακής σύμβασης επί δανείου, χορηγουμένου σε συνάλλαγμα, ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει τις εντεύθεν υποχρεώσεις του προς την τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορήγησης είτε σε ευρώ με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης την ημέρα της καταβολής. Πρόκειται για Γ.Ο.Σ. διότι δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των συμβαλλομένων και ήδη διαδίκων, αλλά διατυπώθηκε εκ των προτέρων από την εναγόμενη με σκοπό χρήσης σε αόριστο αριθμό συμβάσεων. Με την πάροδο του χρόνου διαφοροποιήθηκε σημαντικά η ισοτιμία του ευρώ προς το ελβετικό φράγκο σε σχέση με την ισχύουσα κατά το χρόνο εκταμίευσης του δανείου ισοτιμία. Σταδιακά η απόσταση των δύο νομισμάτων μειώθηκε και το ελβετικό φράγκο ισχυροποιήθηκε ουσιωδώς έναντι του ευρώ. Την 03.09.2014, δηλαδή δυόμιση μήνες περίπου πριν από την άσκηση της αγωγής, η ισοτιμία μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου διαμορφώθηκε σε 1 προς 1,173400. Πρόκειται για μεγάλη απόκλιση από την ισοτιμία 1 προς 1,624500 που ίσχυε κατά το χρόνο εκταμίευσης του δανείου, δηλαδή την 18.01.2008. Αυτή η μεταβολή είχε ως αποτέλεσμα να υποχρεούνται οι ενάγοντες να καταβάλλουν περισσότερα χρήματα για την αποπληρωμή των τοκοχρεωλυτικών δόσεων του δανείου. Η αύξηση του ποσού της δόσης κατέστη αναπόφευκτη, δεδομένου ότι σταδιακά το ευρώ κατέστη ασθενέστερο έναντι του ελβετικού φράγκου και επομένως απαιτούνταν ολοένα και περισσότερα ευρώ, για να σχηματισθεί το ίδιο ποσόν της μηνιαίας δόσης σε ελβετικά φράγκα. Παρά τη δυσχέρανση των καταβολών τους οι ενάγοντες δεν έπαυσαν να καταβάλουν τις μηνιαίες δόσεις τους (βλ. ιδίως προσκομιζόμενο αντίγραφο του υπ’ αριθμ. (…) λογαριασμού με ημερομηνία 05.09.2014, το οποίο εξέδωσε η εναγόμενη). Το υπόλοιπο της οφειλής τους, δηλαδή το άληκτο κεφάλαιο, την 03.09.2014 ανερχόταν στο ποσόν των 283.274,63 ελβετικών φράγκων, ήτοι (283.274,63/1,173400) 241.413,52 ευρώ (βλ. το ανωτέρω αντίγραφο του τραπεζικού λογαριασμού), ενώ το αρχικώς ληφθέν ποσό του δανείου ήταν 330.492, 72 ελβετικά φράγκα και σε ευρώ 203.442,73. Δηλαδή, αν και οι ενάγοντες καταβάλλουν ανελλιπώς επί έξι έτη τις μηνιαίες δόσεις τους, το ποσό που οφείλεται σε ευρώ δυνάμει της δανειακής σύμβασης όχι απλώς δεν μειώθηκε αλλά αυξήθηκε σε σχέση με το αρχικώς ληφθέν ποσό και αυτό συνέβη ακριβώς λόγω της μεγάλης μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας μεταξύ των δύο νομισμάτων. Πρόκειται για πολύ σημαντική οικονομική ανατροπή ως προς την ποσότητα της αντιπαροχής που οφείλουν στην τράπεζα οι αντισυμβαλλόμενοί της, οι οποίοι λόγω του είδους της συμβάσεως έχουν την ιδιότητα του καταναλωτή. Αυτή η ανατροπή οφείλεται στο περιεχόμενο του όρου υπ’ αρ. 7α της δανειακής σύμβασης, με τον οποίο συμφωνήθηκε να καταβάλλονται οι μηνιαίες δόσεις είτε στο νόμισμα χορήγησης του δανείου, δηλαδή σε ελβετικά φράγκα, είτε σε ευρώ με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του ελβετικού φράγκου την ημέρα της καταβολής. Ο όρος αυτός είναι ασαφής και αόριστος και ως εκ τούτου καταχρηστικός και άκυρος. Με τον επίμαχο όρο η εναγόμενη παραβίασε την υποχρέωση σαφήνειας και διαφάνειας των Γ.Ο.Σ.. Έτσι, ο διαθέτων τη μέση αντίληψη κατά τον σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του συμπεριφοράς καταναλωτής, ο οποίος όμως δεν διαθέτει την απαιτούμενη οξύνοια και διεισδυτικότητα στις οικονομικές έννοιες κατά το χρόνο της ενημέρωσής του από τους υπαλλήλους της τράπεζας, δεν δύναται να αντιληφθεί τις συμβατικές δεσμεύσεις, που αναλαμβάνει, ιδίως δε αναφορικά με τη σχέση παροχής και αντιπαροχής (ΕφΠειρ 711/2011 ΤΝΠ Νόμος). Ειδικότερα, με αυτόν τον όρο δεν παρουσιάζονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι υποχρεώσεις των αντισυμβαλλόμενων της τράπεζας και, εν προκειμένω, των εναγόντων, διότι δεν διατυπώνεται ευκρινώς ο τρόπος λειτουργίας της συναλλαγματικής ισοτιμίας στην πράξη, οι ιδιαιτερότητες του μηχανισμού μετατροπής του δανεισθέντος ποσού από το ένα νόμισμα στο άλλο, ούτε η σχέση μεταξύ του μηχανισμού αυτού και των τυχόν άλλων, που συμφωνήθηκαν με άλλους Γ.Ο.Σ. σχετικά με την αποδέσμευση και την αποπληρωμή του δανείου, ούτως ώστε οι ενάγοντες να μπορούσαν να εκτιμήσουν τις οικονομικές συνέπειες, που θα μπορούσε να έχει γι’ αυτούς ο επίμαχος όρος και ειδικότερα να διαγνώσουν εκ των προτέρων ότι ήταν πιθανό να αυξηθεί υπέρμετρα στο μέλλον το ύψος των μηνιαίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων αλλά και το ύψος του ανεξόφλητου κεφαλαίου του δανείου στην περίπτωση που η ισοτιμία μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου διαφοροποιούνταν σε βάρος του πρώτου (ανωτέρω απόφαση του ΔΕΚ, σκέψεις 73-75). Αυτό επιβαλλόταν, διότι οι ενάγοντες δεν διέθεταν ιδιαίτερες γνώσεις αναφορικά με τους νομισματικούς κανόνες, τις συνθήκες της αγοράς και το κόστος του χρήματος. Δεν είχαν ούτε εμπειρία από σοβαρές συναλλαγές με ξένα νομίσματα. Επομένως, παρά το ότι διαθέτουν την επιμέλεια του μέσου συνετού καταναλωτή, δεν ήταν εφικτό να συνειδητοποιήσουν εκ των προτέρων τις κρίσιμες πτυχές της δανειακής σύμβασης, όπως αυτές εκδηλώθηκαν, και συνεπώς τις συμβατικές δεσμεύσεις που ανέλαβαν. Ο επίμαχος όρος από γραμματική άποψη ήταν διατυπωμένος με σαφήνεια αλλά σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην πρώτη σκέψη της παρούσας απόφασης αυτή η σαφήνεια δεν αρκεί από μόνη της για τη διαπίστωση της εγκυρότητάς του βάσει των κριτηρίων του ν. 2251/1994 και της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ. Λόγω της αοριστίας του ως προς τις οικονομικές συνέπειές του οδηγεί στη διάψευση των τυπικών και δικαιολογημένων προσδοκιών του πελάτη της τράπεζας-καταναλωτή και, εν προκειμένω, των εναγόντων (ΑΠ 1219/2001 ΤΝΠ Νόμος), ότι δηλαδή καταβάλλοντας τις συμφωνηθείσες δόσεις ανελλιπώς το ποσό της οφειλής θα μειώνεται και δεν θα αυξάνεται. Βεβαίως, η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες διέθεταν επαρκή πληροφόρηση σχετικά με τις ιδιομορφίες της συμβάσεως που υπέγραψαν και ο μάρτυρας ανταποδείξεως κατέθεσε ότι η αρμόδια τραπεζική υπάλληλος τους ενημέρωσε πλήρως και με τη χρήση παραδειγμάτων για το ενδεχόμενο μεταβολής των νομισματικών συνθηκών, υπό τις οποίες υπεγράφη η σύμβαση αυτή. Στην πραγματικότητα η όποια πληροφόρηση των εναγόντων εκ μέρους της εναγομένης ήταν επιφανειακή και ως εκ τούτου ελλιπής. Η εναγόμενη δεν παρουσίασε στους ενάγοντες ούτε με το κείμενο της σύμβασης ούτε με χωριστό έγγραφο ένα ρεαλιστικό παράδειγμα διαμόρφωσης των υποχρεώσεών τους στο μέλλον, το οποίο να στηρίζεται στην εκδοχή ότι θα μεταβαλλόταν προς οποιαδήποτε κατεύθυνση η ισοτιμία των δύο νομισμάτων. Αυτή η παράλειψη της ήταν ουσιώδης, διότι η διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας είναι αναμενόμενη μεταβολή σε βάθος χρόνου, πράγμα που γνωρίζει η τράπεζα ακριβώς λόγω της ιδιότητάς της, δηλαδή του αντικειμένου των εργασιών της. Χορήγησε, βεβαίως, στους ενάγοντες μία εκτύπωση με προβολή των υποχρεώσεών τους στο μέλλον. Πρόκειται για το λεγόμενο δασολόγιο, στο οποίο ανεγράφησαν οι υποχρεώσεις τους από την ημερομηνία εκταμίευσης του δανείου μέχρι την ημέρα αποπληρωμής του αλλά το εν λόγω δοσολόγιο έλαβε υπ’ όψιν μόνον την ισοτιμία των δύο νομισμάτων κατά την ημερομηνία εκείνη της εκταμίευσης και χρησιμοποιήθηκε η ισοτιμία της 18.1.2008, για να υπολογισθούν ενδεικτικά οι υποχρεώσεις των εναγόντων για τα επόμενα δεκαεννέα έτη. Αυτό το απλουστευτικό παράδειγμα δεν έχει καμία ουσιαστική αξία, διότι επιτείνει την εσφαλμένη πεποίθηση των εναγόντων ότι η χρονική διάρκεια της σύμβασης δεν επρόκειτο να τους επιφυλάξει δυσάρεστες μεταβολές. Αυτή η εσφαλμένη πεποίθησή τους ότι οι υποχρεώσεις τους θα παρέμεναν αμετάβλητες ενισχύθηκε από το συνδυασμό του περιεχομένου του επίμαχου Γ.Ο.Σ., δηλαδή του όρου υπ’ αρ. 7α της δανειακής σύμβασης, του όρου 4 του προσαρτήματος Ι. Με τον όρο υπ’ αρ. 7α της δανειακής σύμβασης χορηγείται στους ενάγοντες η δυνατότητα επιλογής νομίσματος καταβολής των δόσεων τους, με τον όρο υπ’ αρ. 4 του προσαρτήματος Ι χορηγείται στους ενάγοντες η δυνατότητα μεταβολής του υπολοίπου του δανείου σε ευρώ ή σε οποιαδήποτε άλλο νόμισμα. Για το μέσο επιμελή πλην όμως άπειρο περί τις δανειακές συμβάσεις σε συνάλλαγμα καταναλωτή, όπως ήταν οι ενάγοντες, ο συνδυασμός αυτών των διατάξεων προσφέρει πλήρη κάλυψη από οποιοδήποτε συναλλαγματικό κίνδυνο, επειδή επί δυσμενούς μεταβολής της ισοτιμίας αφενός παρέχεται προστασία υπό την έννοια ότι μέρος του κόστους το επωμίζεται η τράπεζα και αφετέρου καθίσταται δυνατή η μετατροπή των δανειακών υποχρεώσεων σε ευρώ, ώστε να παύσουν να επιδρούν δυσμενώς οι μεταβολές της ισοτιμίας των νομισμάτων. Τελικώς, όμως, αυτή η δυνατότητα μετατροπής του υπολοίπου του δανείου σε ευρώ είναι πρακτικά ανεφάρμοστη, διότι εάν οι ενάγοντες επιχειρήσουν να μετατρέψουν το δάνειο σε ευρώ, για να απαλλαγούν από τις ανωτέρω δυσμενείς συνέπειες της σημαντικής μεταβολής της ισοτιμίας των δύο νομισμάτων, πέραν της αύξησης του επιτοκίου η μετατροπή θα υπολογιστεί με την ισοτιμία κατά την ημερομηνία της μετατροπής, δηλαδή όχι με την ισοτιμία 1,624500 που υπήρχε την 18.01.2008 αλλά με τη μεταγενέστερη δυσμενή για το ευρώ ισοτιμία. Προκύπτει, λοιπόν, ότι η μετατροπή της δανειακής σύμβασης από ελβετικά φράγκα σε ευρώ τύποις μόνο αποτελεί λύση για την έξοδο των εναγόντων από τη δυσμενή κατάσταση, στην οποία περιήλθαν από τη σημαντική μεταβολή της ισοτιμίας των δύο νομισμάτων, αλλά στην πραγματικότητα δεν ενδείκνυται, διότι με το εξαχθησόμενο ποσό της οφειλής σε ευρώ θα επικυρωθεί η ήδη δεινή κατάσταση τους. Επομένως, η εναγόμενη δεν προσφέρει στους ενάγοντες ουσιαστική, δηλαδή πρακτικά χρήσιμη, δυνατότητα απεμπλοκής τους από την υποχρέωσή τους να καταβάλλουν μέχρι το έτος 2028 τις οφειλόμενες μηνιαίες δόσεις στην εκάστοτε τιμή πώλησης του ελβετικού φράγκου κατά την ημερομηνία της καταβολής. Ο μεγάλος κίνδυνος της μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας, τον οποίο ανέλαβαν και υφίστανται οι ενάγοντες, ο οποίος προσήκει σε επενδυτικές και όχι σε καταναλωτικές συμβάσεις, όπως η μεταξύ των διαδίκων συναφθείσα, και η πρακτική αδυναμία άσκησης του δικαιώματός τους να μετατρέψουν το άληκτο κεφάλαιο του δανείου από ελβετικά φράγκα σε ευρώ, επιφέρουν τη σημαντική άνευ σπουδαίου λόγου διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων εις βάρος τους και αποτελούν ενισχυτικό επιχείρημα, πέραν της ανωτέρω αποδειχθείσας ασάφειας του επίμαχου Γ.Ο.Σ. υπ’ αρ. 7α της δανειακής σύμβασης δημιουργείται κενό, το οποίο σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην πρώτη σκέψη της παρούσας θα έπρεπε κατ’ αρχήν να καλυφθεί με την εφαρμογή του αντίστοιχου κανόνα ενδοτικού δικαίου και ειδικότερα με την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 291 ΑΚ, κατά την οποία, όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή σε ξένο νόμισμα, πληρωτέο στην Ελλάδα, ο οφειλέτης, αν δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο, δικαιούται να πληρώσει σε εγχώριο νόμισμα με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής. Ωστόσο, η ρύθμιση αυτή ταυτίζεται με εκείνη του κριθέντος καταχρηστικού όρου της δανειακής σύμβασης και η εφαρμογή της αντί του επίμαχου όρου θα κατέληγε στο ίδιο αποτέλεσμα, δηλαδή στη διάψευση των εύλογων προσδοκιών των εναγόντων περί την πορεία της συναλλακτικής σχέσης τους με την εναγόμενη και, συνακόλουθα, στην κατά τον ίδιο τρόπο σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των μεταξύ τους δικαιωμάτων και υποχρεώσεων εις βάρος τους. Ως εκ τούτου, η διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ, η οποία άλλωστε δεν είναι δεσμευτική, εφόσον δεν θεσπίζει υποχρέωση αλλά δικαίωμα του οφειλέτη, είναι ανεφάρμοστη. Επομένως, το προκαλούμενο στην επίμαχη σύμβαση κενό αναφορικά με την ισοτιμία, βάσει της οποίας θα υπολογίζονται οι καταβολές των εναγόντων σε ευρώ, πρέπει να πληρωθεί με συμπληρωματική κατ’ άρθρο 200 ΑΚ ερμηνεία των συμβάσεων, ούτως ώστε αυτές να ανταποκρίνονται πλέον στις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών. Λαμβάνοντας υπόψη: α) την υποχρεωτική για κάθε χρηστό και συνετό συναλλασσόμενο αρχή της συναλλακτικής ευθύτητας και τις σύμφωνες με αυτή συνήθειες των συναλλαγών, β) το είδος, τη φύση και το σκοπό της επίμαχης σύμβασης, την οποία συνήψαν οι διάδικοι και δη το γεγονός ότι καταρτίσθηκε στην Ελλάδα με σκοπό την αποπληρωμή τιμήματος για την αγορά κατοικίας, το οποίο οι ενάγοντες θα αποπλήρωναν σε ευρώ, και όχι με σκοπό την επένδυση των χρημάτων του δανείου και την αποκόμιση κέρδους από τη διακύμανση της ισοτιμίας των δύο νομισμάτων, γ) τα συμφέροντα αμφοτέρων των διαδίκων, εκ των οποίων εκείνα της εναγομένης δεν εξαρτώνται από την ισοτιμία των δύο νομισμάτων, αλλά εξυπηρετούνται μέσω του προαναφερθέντος κυμαινόμενου επιτοκίου, με το οποίο συμφωνήθηκε ότι θα αποπληρωθεί το δάνειο, δ) τις συνθήκες, που επικρατούσαν στις χρηματαγορές μέχρι το έτος 2008, οπότε και συνήφθη η επίμαχη σύμβαση, και οι οποίες χαρακτηρίζονταν από τη σταθερότητα της ισοτιμίας μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου, ε) το γεγονός ότι οι ενάγοντες, ως Έλληνες πολίτες και μόνιμοι κάτοικοι της ημεδαπής, χρησιμοποιούν μόνο το εγχώριο νόμισμα, δηλαδή το ευρώ, στις συναλλαγές τους, στ) το γεγονός ότι ο ενάγοντες δεν είχαν στην κατοχή τους ποσό ελβετικών φράγκων, ώστε να δύνανται να καταβάλλουν τις εξοφλητικές δόσεις χωρίς να αναγκάζονται να αγοράζουν ελβετικά φράγκα σε ολοένα και υψηλότερη τιμή και να τα μετατρέπουν αμέσως σε ευρώ, για να αποπληρώνουν το δάνειό τους, ζ) το γεγονός ότι το χορηγηθέν εκ του δανείου χρηματικό ποσό εκταμιεύθηκε μεν σε ελβετικά φράγκα αλλά αμέσως μετατράπηκε σε ευρώ από την ίδια την εναγόμενη, προκειμένου να δύνανται να το χρησιμοποιήσουν οι ενάγοντες για την αγορά και την ανακαίνιση της κατοικίας τους και η) τη διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, κατά την οποία με τη σύμβαση δανείου ο ένας των συμβαλλομένων μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός υποχρεούται να του αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η εναγόμενη δεν επιτρέπεται, για την είσπραξη των δόσεων του δανείου, να εφαρμόζει συναλλαγματική ισοτιμία διαφορετική της ισχύουσας κατά την ημερομηνία εκταμίευσης των δανεισθέντων χρημάτων, δηλαδή κατά την 18.01.2008 (ανωτέρω απόφαση του ΔΕΚ, σκέψη 26). Επομένως, είναι εύλογο και δικαιολογημένο να υπολογίζει τις εξοφλητικές καταβολές των εναγόντων σε ευρώ με βάση την ισοτιμία αυτή. Η ανωτέρω συμπεριφορά της εναγομένης, δηλαδή η διατύπωση του ασαφούς, καταχρηστικού και επιφέροντας τη σημαντική και αδικαιολόγητη διατάραξη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων όρου υπ’ αριθμ. 7α της δανειακής σύμβασης και η παράλειψη των υπαλλήλων της του καταστήματος της Ξάνθης να εξηγήσουν επαρκώς στους ενάγοντες το ουσιαστικό περιεχόμενό του, αφίσταται από τη συμπεριφορά που όφειλε και μπορούσε να επιδείξει η τράπεζα με βάση τις νομικές και επαγγελματικές υποχρεώσεις της, την οργάνωσή της και το επαγγελματικό και μορφωτικό επίπεδο του προσωπικού της. Πρόκειται για παράνομη και υπαίτια, δηλαδή αμελή κατ’ άρθρο 914 ΑΚ συμπεριφορά, με την οποία η εναγομένη προκάλεσε ηθική βλάβη στους ενάγοντες. Η ηθική βλάβη συνίσταται στην αναστάτωση που επήλθε στη ζωή των εναγόντων και δη στην ανατροπή του οικονομικού προγραμματισμού της οικογενείας τους λόγω των απρογραμμάτιστων, μεγαλύτερων των προβλεφθεισών οικονομικών απωλειών, τις οποίες υφίστανται προσπαθώντας να πληρώσουν τις ολοένα και αυξανόμενες, λόγω της συναλλαγματικής μεταβολής, μηνιαίες δόσεις τους και τέλος, στο άγχος και την αγωνία τους για το εάν, πότε και με την ανάλωση ποιου χρηματικού ποσού θα κατορθώσουν να εξοφλήσουν την οφειλή τους, το ποσό της οποίας διαρκώς αυξάνεται λόγω της εξασθένησης του ευρώ έναντι του ελβετικού φράγκου. Για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης τους απαιτείται η καταβολή χρηματικής ικανοποίησης ποσού 500 ευρώ σε έκαστο ενάγοντα. Μετά ταύτα, απορριπτόμενων, κατά τα ανωτέρω, των νομικών βάσεων της αγωγής, οι οποίες στηρίζονται στις διατάξεις για την πλάνη και στις διατάξεις των άρθρων 288 και 388 ΑΚ, πρέπει η αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή και ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της, στηριζόμενη στη νομική βάση της παραβίασης των άρθρων 2 παρ. 1, 6 και 7 του ν. 2251/1994 και 281 ΑΚ, να αναγνωριστεί ότι ο υπ’ αρ. 7α όρος της προαναφερόμενης συμβάσεως στεγαστικού δανείου, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων στην Ξάνθη την 10.01.2008 είναι καταχρηστικός και ως εκ τούτου άκυρος κατά το ανωτέρω εξετασθέν σκέλος του, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να υπολογίζει τις καταβολές τις οποίες πραγματοποιούν οι ενάγοντες σε ευρώ προς εκπλήρωση των απορρεουσών από την άνω δανειακή σύμβαση υποχρεώσεών τους, σε ελβετικά φράγκα με βάση τη μεταξύ των δύο νομισμάτων συναλλαγματική ισοτιμία, η οποία ίσχυε κατά την ημέρα εκταμίευσης του δανείου και να υποχρεωθεί να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων χρηματική ικανοποίηση ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, να μην κηρυχθεί όμως η ως άνω καταψηφιστική διάταξη προσωρινά εκτελεστή, διότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις προς τούτο, δεδομένου ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση δεν θα προκαλέσει σημαντική ζημία στους ενάγοντες...]
 

Σχετικές Διατάξεις
Διατάξεις: άρθρ. 2 §§ 6-7 ν. 2251/1994· άρθρ 3 § 1, 4 § 2, 6 § 1 Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ· ΑΚ 200, 281, 288, 291, 297-299, 371, 388, 914, 932· άρθρ. 10 § 24 στοιχ. β΄ ν. 2741/1999· άρθρ. 2 § 2 ν. 3587/2007


Σχολιασμός

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

Τρέχουσες νομολογιακές εξελίξεις ως προς το ζήτημα των δανείων σε ελβετικό φράγκο

Κατά τη διάρκεια της χρονικής περιόδου των ετών 2006-2009 εκτιμάται ότι συνήφθησαν στην Ελλάδα περίπου 65.000 συμβάσεις δανείου σε ελβετικό φράγκο1. Η εν λόγω κατηγορία δανειακών συμβάσεων είχε έντονη απήχηση στους Έλληνες δανειολήπτες για δύο κυρίως λόγους: 1) λόγω του χαμηλού επιτοκίου Libor, που τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο ανερχόταν σε ιδιαίτερα χαμηλό ποσοστό (εν αντιθέσει προς το ευρωπαϊκό επιτόκιο Euribor, που κυμαινόταν σε υψηλότερο ποσοστό), 2) ένεκα της σταθερότητας που επεδείκνυε επί μακρόν η ισοτιμία μεταξύ ελβετικού φράγκου και ευρώ, η οποία κυμαινόταν κατά μέσο όρο ετησίως από το 1,46 έως το 1,64, δηλαδή παρουσίαζε φυσιολογική διακύμανση (σημειώνεται ότι η κατά μέσο όρο ετήσια ισοτιμία μεταξύ φράγκου/ευρώ κυμαινόταν το έτος 2001 στο 1,50, το έτος 2002 στο 1,46, το έτος 2003 στο 1,54, το έτος 2004 στο 1,54, το έτος 2005 στο 1,55, το έτος 2006 στο 1,57, το έτος 2007 στο 1,64, το έτος 2008 στο 1,57 και το έτος 2009 στο 1,50)2 και 3) διότι ότι η ισοτιμία του ελβετικού φράγκου σε σχέση προς το ευρώ ήταν, μεταξύ των ετών 2006-2009, ιδιαιτέρως ευνοϊκή για τον δανειολήπτη, δεδομένου ότι ανερχόταν κατά μέσο όρο στο 1,603. Μάλιστα, το δέλεαρ της χαμηλής δόσης (λόγω του επιτοκίου Libor), που «εξασφάλιζαν» τα επίμαχα δάνεια και η μέχρι τότε σταθερότητα του ελβετικού φράγκου ως νομίσματος αποτέλεσαν την αφορμή για τη σύναψη χιλιάδων δανειακών συμβάσεων ελβετικού φράγκου (είτε αμιγώς νέων δανείων, είτε κατά μετατροπή υφιστάμενων δανειακών συμβάσεων), όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε αρκετές άλλες ευρωπαϊκές χώρες (εντός και εκτός της ζώνης του ευρώ), όπως η Ισπανία, η Κροατία, η Ουγγαρία, η Εσθονία, η Λιθουανία, η Βουλγαρία και η Αυστρία.

Ωστόσο, από τα τέλη του έτους 2009, ταυτόχρονα με την έναρξη της οικονομικής κρίσης στην Ευρώπη, το ελβετικό φράγκο άρχισε να ισχυροποιείται –έντονα και με ραγδαίο ρυθμό– έναντι του ευρώ, με αποτέλεσμα τον Ιούλιο του 2011 η ισοτιμία να αγγίξει το 1,024. Το ρεκόρ αυτό στην ισοτιμία φράγκου-ευρώ οδήγησε την Κεντρική Τράπεζα της Ελβετίας (SNB) να επιβάλει τον Σεπτέμβριο του 2011 πλαφόν στην ισοτιμία του νομίσματος. Ειδικότερα, η SNB προκειμένου να αναχαιτίσει την ενίσχυση του ελβετικού φράγκου έναντι του ευρώ επέβαλε ως όριο τα 1,20 φράγκα ανά ευρώ, «κλειδώνοντας» καθ’ αυτόν τον τρόπο την ισοτιμία. Εντούτοις, τον Ιανουάριο του τρέχοντος έτους 2015 η SNB αποφάσισε να «ξεκλειδώσει» την ισοτιμία, με αποτέλεσμα το φράγκο να ανατιμηθεί εκ νέου και μάλιστα με ραγδαίο ρυθμό5. Τις πρώτες ώρες που ακολούθησαν την αιφνιδιαστική για τις αγορές απόφαση της SNB, η ισοτιμία διαμορφωνόταν στα 0,85 φράγκα ανά ευρώ, ενώ σήμερα (Σεπτέμβριος 2015), η ισοτιμία ανέρχεται κατά μέσο όρο στο 1,056.

Η απότομη εκτίναξη του ελβετικού φράγκου, το οποίο μέχρι το 2009 εθεωρείτο ως ένα απόλυτα σταθερό νόμισμα έχει, ως εικός, άμεση και δη δυσμενή επίπτωση στα δάνεια που συνήφθησαν, προ της κρίσεως, σε ελβετικό φράγκο. Συγκεκριμένα, ενώ οι δανειολήπτες κατά το χρόνο σύναψης των δανείων τους είχαν συμφωνήσει να καταβάλλουν δόσεις με βάση ισοτιμία που κυμαινόταν κατά μέσο όρο στο 1,60, σήμερα καλούνται να καταβάλλουν δόσεις με βάση ισοτιμία που ανέρχεται κατά μέσο όρο στο 1,05. Η τεράστια αυτή μεταβολή της ισοτιμίας μεταξύ του χρόνου σύναψης της σύμβασης και του χρόνου καταβολής των δόσεων συνεπάγεται τα εξής: αφενός μεν, ότι ο δανειολήπτης είναι αναγκασμένος να καταβάλλει δόσεις στο εγχώριο νόμισμα σημαντικά υψηλότερες εκείνων τις οποίες κατέβαλλε πριν την έναρξη της υποτίμησης του ευρώ, αφετέρου δε, ότι το ανεξόφλητο κεφάλαιο –παρά τις καταβολές– είτε παραμένει σχεδόν αμείωτο κοντά στα επίπεδα της αρχικής του εκταμίευσης, είτε διογκώνεται, ξεπερνώντας μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις το ποσό του αρχικώς δανεισθέντος κεφαλαίου [επί παραδείγματι, σε ένα δάνειο ποσού 100.000 ευρώ, που συνήφθη το 2009 (όταν δηλαδή η ισοτιμία ανερχόταν σε 1,494 φράγκα/ευρώ και το επιτόκιο στο 1,2%) με διάρκεια αποπληρωμής τα 20 χρόνια, η οφειλή σε ευρώ μετά από 5 έτη συνεχών καταβολών ανέρχεται στις 96.116 ευρώ]7. Συνελόντι ειπείν, αν η ισοτιμία δεν επανέλθει σε φυσιολογικό επίπεδο, ο δανειολήπτης θα έχει εξοφλήσει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασής του Κεφάλαιο, το οποίο θα ανέρχεται σε ποσό ενδεχομένως και διπλάσιο από το αρχικά δανεισθέν.

Όπως ήταν βεβαίως αναμενόμενο, οι Ευρωπαίοι δανειολήπτες που εθίγησαν από την αιφνίδια ανατροπή της συναλλαγματικής ισοτιμίας άρχισαν να αναζητούν δια της δικαστικής οδού λύση στο πρόβλημά τους. Τον Ιούλιο του 2013, στην Κροατία, το εμπορικό δικαστήριο του Ζάγκρεμπ, κατόπιν ασκήσεως συλλογικής αγωγής της Ένωσης Καταναλωτών «Potrosac» κατά οκτώ πιστωτικών ιδρυμάτων, απεφάνθη την αναπροσαρμογή του ύψους των οφειλόμενων ποσών στο τοπικό νόμισμα (κούνα) με βάση την ισοτιμία που ίσχυε κατά την ημέρα εκταμίευσης ενός εκάστου δανείου8. Στην Ουγγαρία9, δύο οφειλέτες δανείου σε ελβετικό φράγκο κατέφυγαν στα εθνικά δικαστήρια, προκειμένου να επιτύχουν την ακύρωση του όρου (ΓΟΣ) συναλλαγματικής ισοτιμίας που εμπεριείχε η σύμβασή τους, με θετικό αποτέλεσμα τόσο στο πρωτοβάθμιο, όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Μάλιστα, η υπόθεση αυτή ήχθη και ενώπιον του ουγγρικού ακυρωτικού δικαστηρίου, το οποίο υπέβαλε στο ΔικΕΕ το πρώτο (πανευρωπαϊκά) αίτημα προδικαστικής παραπομπής σχετικά με την καταχρηστικότητα των ΓΟΣ συναλλαγματικής ισοτιμίας των δανείων σε ελβετικό φράγκο. Επί του αιτήματος αυτού εκδόθηκε η από 30.4.2014 απόφαση του ΔικΕΕ στην υπόθεση C-26/13 (Kásler/Jelzálogbank)10, με την οποία το Δικαστήριο της Ένωσης επιχείρησε να ερμηνεύσει για πρώτη φορά την εφαρμογή της Οδηγίας 93/13 για τις καταχρηστικές ρήτρες στους τραπεζικούς ΓΟΣ συναλλαγματικής ισοτιμίας.

Σε ό,τι δε αφορά την Ελλάδα, ήδη έχουν ξεκινήσει οι πρώτες δικαστικές διαμάχες. Η με αριθμό 23/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης αποτελεί σε επίπεδο τακτικής διαδικασίας την πρώτη οριστική απόφαση, που δικαίωσε Έλληνα δανειολήπτη και η οποία, εφαρμόζοντας το άρθρο 2 του ν. 2251/1994, ακύρωσε τον όρο συναλλαγματικής ισοτιμίας της σύμβασής του και όρισε ότι οι καταβολές των δόσεων θα πρέπει να υπολογίζονται όχι με βάση την τρέχουσα, αλλά με βάση τη συναλλαγματική ισοτιμία, που ίσχυε κατά την ημέρα εκταμίευσης του συγκεκριμένου δανείου. Το σκεπτικό της εν λόγω απόφασης ακολούθησαν κατά γράμμα και έξι (6) ακόμη οριστικές αποφάσεις Πρωτοδικείων της περιφέρειας, μεταξύ δε αυτών συγκαταλέγεται και η ανωτέρω δημοσιευόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, η οποία παρουσιάζει ενδιαφέρον ένεκα του ιδιαίτερα υψηλού μορφωτικού επιπέδου των (εκεί) εναγόντων. Σημειωτέον ότι για την ορθότητα της συλλογιστικής των αποφάσεων αυτών, στην ελληνική νομική επιστήμη δεν επικρατεί ομοφωνία: μερίδα της θεωρίας τάσσεται υπέρ του δικαστικού ελέγχου με νομική βάση το άρθρο 2 του ν. 2251/199413 και υπέρ της πλήρωσης του αναφυόμενου κενού με συμπληρωτική ερμηνεία της σύμβασης14, ενώ υποστηρίζεται και η αντίθετη άποψη, σύμφωνα με την οποία οι όροι συναλλαγματικής ισοτιμίας, έτσι όπως είναι διατυπωμένοι στις ελληνικές δανειακές συμβάσεις σε ελβετικό φράγκο, είναι δηλωτικοί και άρα ανεπίδεκτοι δικαστικού ελέγχου15.

Σε επίπεδο τακτικής διαδικασίας η μοναδική μέχρι σήμερα (τελούσα τουλάχιστον εις γνώσιν της γράφουσας) απορριπτική απόφαση τυγχάνει η με αριθμό 19257/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης16, η οποία απέρριψε την αγωγή δύο δανειοληπτών αφενός μεν ως αόριστη όσον αφορά τη νομική βάση του άρθρου 288 ΑΚ (διότι στο αγωγικό δικόγραφο δεν αναφερόταν ποια ήταν η ισοτιμία μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου και ποιο το ποσό της μηνιαίας δόσης που κατέβαλλαν οι ενάγοντες τόσο κατά την σύναψη της ένδικης σύμβασης όσο και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής), αφετέρου δε ως νόμω αβάσιμη όσον αφορά τη νομική βάση του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 (διότι θεωρήθηκε ότι ο όρος συναλλαγματικής ισοτιμίας αποτέλεσε αντικείμενο ελεύθερης διαπραγμάτευσης). Πάντως, κατά την εδώ υποστηριζόμενη άποψη, η εφαρμογή του άρθρου 288 ΑΚ (σε συνδυασμό και με το άρθρο 388 ΑΚ)17 στην περίπτωση των δανείων σε ελβετικό φράγκο αποτελεί περισσότερο ενδεδειγμένη λύση –εν συγκρίσει με τη νομική βάση που παρέχει το άρθρο 2 του ν. 2251/994– και εξ αυτού του λόγου, προτείνεται η δικαστική αναπροσαρμογή των συμβατικών παροχών με βάση την αρχή της καλής πίστης ένεκα της απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών18 και όχι η ακύρωση των όρων συναλλαγματικής ισοτιμίας που εμπεριέχουν οι επίμαχες συμβάσεις.

Περαιτέρω, στην κατηγορία των οριστικών αποφάσεων συγκαταλέγεται και μία απόφαση του Πρωτοδικείου Τρικάλων, η οποία έκανε δεκτή ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, που είχε εκδοθεί επί καταγγελθείσας σύμβασης δανείου σε ελβετικό φράγκο. Η εν λόγω απόφαση χρήζει ειδικής μνείας δεδομένου ότι θεώρησε την άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας εκ μέρους της Τράπεζας καταχρηστική, διότι εύλογα είχε δημιουργηθεί στους ανακόπτοντες-δανειολήπτες η πεποίθηση ότι «η καθ’ ης, σε συνδυασμό με τις δικές τους ενέργειες, θα εξαντλούσε κάθε είδους εξώδικης δυνατότητας προς επίλυση της μεταξύ τους διαφοράς».

Σε επίπεδο ασφαλιστικών μέτρων, μέχρι σήμερα έχουν εκδοθεί τουλάχιστον είκοσι τρεις (23) θετικές αποφάσεις20, οι οποίες υποχρεώνουν τις καθ’ ων Τράπεζες να αποδέχονται μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης την καταβολή δόσεων υπολογισμένων με βάση τη συναλλαγματική ισοτιμία, που ίσχυε κατά την ημέρα εκταμίευσης του εκάστοτε επίδικου δανείου. Εξαίρεση στον κανόνα αυτό αποτελεί μία απόφαση του Πρωτοδικείου Ρόδου21, η οποία υποχρέωσε την καθ’ ης Τράπεζα να υπολογίσει προσωρινά το ποσό των οφειλόμενων δόσεων όχι με βάση την ισοτιμία της ημέρας εκταμίευσης του επίμαχου δανείου, ήτοι 1,64, αλλά με ισοτιμία που ανέρχεται στο 1,56. Πάντως, δέον να αναφερθεί ότι (σε επίπεδο ασφαλιστικών μέτρων) υπάρχουν και αρκετές απορριπτικές αποφάσεις22, εκ των οποίων οι περισσότερες εκδόθηκαν εν έτει 2013.

Παράλληλα, αξίζει να αναφερθεί ότι ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έχει κατατεθεί η πρώτη συλλογική αγωγή από τρεις Ενώσεις Καταναλωτών, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε μετ’ αναβολή στη δικάσιμο της 9ης.12.2015. Έτσι, εκτός από τις παραπάνω αναφερόμενες αποφάσεις που έχουν ήδη εκδοθεί επί ατομικών διαφορών, επίκειται και η έκδοση απόφασης επί συλλογικής αγωγής. Τέλος, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον αναμένεται από την επιστημονική κοινότητα και το πώς θα αξιολογήσει το όλο ζήτημα ο Άρειος Πάγος, κρίνοντας την αίτηση αναιρέσεως επί της ήδη αναιρεσιβληθείσας απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου23.

Αιμιλία Γ. Ευθυμίου

1. Για τα αριθμητικά στοιχεία βλ. από 5.3.2014 άρθρο του Γ. Δαλιάνη, «Δάνεια σε Ελβετικό Φράγκο» στην ιστοσελίδα www.capital.gr.

2. Για την εξαγωγή του μέσου όρου των ετήσιων ισοτιμιών χρησιμοποιήθηκε ως βάση υπολογισμού η ισοτιμία της τελευταίας ημέρας όλων των μηνών (Ιαν.-Δεκ.) μεταξύ των ετών 2001-2009, με βάση τα «Δελτία συναλλαγματικών ισοτιμιών αναφοράς της ΕΚΤ», που είναι δημοσιευμένα στην επίσημη ιστοσελίδα της Τράπεζας της Ελλάδος: http://www.bankofgreece.gr/.

3. Βλ. ενδεικτικά από 14.9.2006 άρθρο της Ε. Τζώρτζη, «Συμφέρουν τα στεγαστικά δάνεια σε ξένο νόμισμα» στην ιστοσελίδα www.kathimerini.gr.

4. Βλ. από 3.7.2014 άρθρο του Γ. Βακαλόπουλου, «Εδώ Αυστρία: Εσύ έχεις δάνειο σε ελβετικό;» στην ιστοσελίδα www.protagon.gr.

5. Βλ. από 15.1.2015 άρθρο του Δ. Στόλη, «Αναταράξεις στην παγκόσμια οικονομία από το ράλι του ελβετικού φράγκου» στην ιστοσελίδα www.capital.gr.

6. Για την τρέχουσα συναλλαγματική ισοτιμία βλ. την επίσημη ιστοσελίδα της Τράπεζας της Ελλάδος http://www.bankofgreece.gr/ - τελευταία επίσκεψη στις 8.9.2015 με ισοτιμία 1,0920.

7. Για το σχετικό παράδειγμα βλ. από 24.6.2014 άρθρο της Ε. Τζώρτζη «Εγκλωβισμένοι 65.000 δανειολήπτες με δάνεια σε ελβετικό φράγκο» στην ιστοσελίδα www.kathimerini.gr

8. Βλ. από 4.7.2013 άρθρο "Croatia court orders banks to replace Swiss franc loans” στην ιστοσελίδα www.reuters.com.

9. Για την αντιμετώπιση των επίμαχων δανείων από το ουγγρικό Κοινοβούλιο βλ. από 8.10.2011 άρθρο του Μ. Λίτση, «Η Ουγγαρία κουρεύει μονομερώς στεγαστικά σε ελβετικό φράγκο» στην ιστοσελίδα www.enet.gr.

10. Βλ. απόφ. ΔικΕΕ από 30.4.2014 υπόθ. C-26/13 (Kásler/Jelzálogbank), αδημ. στη Συλλογή (ECLI:EU:C: 2014:282) = ΧρΙΔ 2014, 528 με παρατ. Ευθυμίου.

11. Βλ. ΠΠρΞανθ 23/2014, Nomos = ΕφΑΔ 2014, 500 με παρατ. Μαργαρίτη = ΧρΙΔ 2014, 606 με παρατ. Ευθυμίου = Αρμ 2015, 44 = ΕΕμπΔ 2014, 713.

12. ΠΠρΞανθ 41/2014, αδημ., ΠΠρΞανθ 13/2015, αδημ., ΠΠρΚοζ 38/2015, αδημ., ΠΠρΡοδ 35/2015, αδημ. (και ήδη αναιρεσιβληθείσα), ΠΠρΑλεξ 26/2015, αδημ. και η ανωτέρω δημοσιευόμενη ΠΠρΞανθ 26/2015, ΧρΙΔ 2015, 512.

13. Βλ. Μαργαρίτη, Παρατηρήσεις στην απόφαση ΠΠρΞανθ 23/2014, ΕφΑΔ 2014, 505 επ., ο οποίος συντάσσεται με το αποτέλεσμα της απόφασης, Ψυχομάνη, Τραπεζικά στεγαστικά δάνεια σε ελβετικά φράγκα, ΔΕΕ 2015, 1 (4) και Τάκη/Πατσίκα, Τραπεζικά δάνεια σε ελβετικό φράγκο: Η νομιμότητά τους ενώπιον του ενωσιακού και του εθνικού Δικαστή, Αρμ 2015, 191 επ.

14. Βλ. Νούκα, Παρατηρήσεις: Συμπλήρωση του κενού σε περίπτωση ακύρωσης του όρου που προβλέπει την ισοτιμία βάσει της οποίας θα αποπληρωθεί το δανειακό προϊόν σε ελβετικά φράγκα, ΔΕΕ 2015, 424.

15. Βλ. Ευθυμίου, Παρατηρήσεις: Το ανεπίτρεπτο του δικαστικού ελέγχου των ΓΟΣ συναλλαγματικής ισοτιμίας σύμβασης δανείου σε ελβετικό φράγκο, που επαναλαμβάνουν την ενδοτικού δικαίου διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ, ΧρΙΔ 2014, 609 επ.· Χασάπη, Δάνεια σε ξένο νόμισμα: Μια προσέγγιση με αφορμή την πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ελληνικών δικαστηρίων, ΧρηΔικ 2014, 413 (435 επ.)· Γιοβαννόπουλο, Προστασία δανειολήπτη στα δάνεια σε αλλοδαπό νόμισμα, ΕπισκΕΔ 2014, 647 (664).

16. ΜΠρΘεσσ 19257/2014, Nomos.

17. Για τις προϋποθέσεις εφαρμογής των άρθρων 388 και 288 ΑΚ, βλ. Καραμπατζό, Απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών στην αμφοτεροβαρή σύμβαση (2006), σ. 60 επ. και 361 επ.

18. Γενικά για τη δικαστική αναπροσαρμογή των συμβάσεων σε περιόδους οικονομικής κρίσης βλ. Δωρή, Η δικαστική διάπλαση του περιεχομένου εκκρεμών συμβάσεων σε περιόδους οικονομικής κρίσης, ΧρΙΔ 2012, 241· Λιάππη, Η οικονομική κρίση και το δίκαιο των συμβάσεων, ΔΕΕ 2011, 11· Δέλλιο, Εκκρεμείς τραπεζικές πιστωτικές συμβάσεις σε περιόδους οικονομικής κρίσης, ΧρΙΔ 2012, 246· Ρούσση, Απρόοπτη μεταβολή συνθηκών και διάπλαση ουσιωδών όρων πιστωτικών συμβάσεων, ΧρΙΔ 2013, 494· Καραμπατζό, Οικονομική κρίση και αναπροσαρμογή των συμβατικών παροχών, ΧρΙΔ 2013, 92 επ.

19. ΠΠρΤρικ 127/2013, αδημ.

20. Βλ. ΜΠρΚοζ 342/2014, ΤΝΠ Ισοκράτης· ΜΠρΠειρ 1763/2014, ΤΝΠ Ισοκράτης· ΜΠρΘεσ 1672/2014, ΤΝΠ Ισοκράτης· ΜΠρΛαμ 134/2015 ΔΕΕ 2015, 419 με παρατ. Νούκα· ΜΠρΛαμ 135/2015, Nomos· ΜΠρΛαμ 163/2015, Nomos· ΜΠρΛαμ 178/2015, Nomos· ΜΠρΛαμ 320/2015, Nomos· MΠρΘεσ 3965/2015, αδημ.· ΜΠρΝαυπλίου 128/2015, αδημ.· ΜΠρΑθ 1728/2015, αδημ.· ΜΠρΑθ 3856/2015, αδημ.· ΜΠρΑθ 4481/2015, Nomos· ΜΠρΡόδου 58/2015, αδημ.· ΜΠρΧίου 110/2015, αδημ.· ΜΠρΒόλου 458/2015, αδημ.· ΜΠρΒόλου 574/2015, αδημ.· ΜΠρΡόδου 373/2015, αδημ.· ΜΠρΡόδου 297/2015, αδημ.· ΜΠρΡόδου 312/2015, αδημ.· ΜΠρΙωανν 192/215, αδημ.· ΜΠρΑθ 3399/2015, αδημ.· ΜΠρΑθ 7501/2015, αδημ. Πρβλ. και ΜΠρΡεθ 192/2014, αδημ., η οποία έκανε δεκτή αίτηση αναστολής του άρθρου 938 ΚΠολΔ, πιθανολογώντας την ευδοκίμηση της ανακοπής που είχαν ασκήσει οι αιτούντες, οι οποίοι ετύγχαναν δανειολήπτες σύμβασης δανείου σε ελβετικό φράγκο.

21. ΜΠρΡόδου 58/2015, αδημ.

22. Βλ. ΜΠρΑθ 9212/2013 αδημ.· ΜΠρΑθ 10930/2013 ΔΕΕ 2013 = ΕφΑΔ 2013, 1080· ΜΠρΑθ 13290/2013, αδημ.· ΜΠρΑθ 12539/2013, αδημ.· ΜΠρΑθ 9086/2013 ΧρηΔικ 2014, 144· ΜΠρΑθ 9212/2013, αδημ.· ΜΠρΑθ 5340/2013, αδημ.· ΜΠρΑθ 4439/2013, ΧρηΔικ 2014, 146· ΜΠρΑθ 437/2013 ΧρηΔικ 2013, 148· ΜΠρΑθ 13038/2014, αδημ.· ΜΠρΘεσ 16215/2014, αδημ.· ΜΠρΘεσ 8281/2014, αδημ.· ΜΠρΑθ 617/2015 ΧρηΔικ 2014, 521· ΜΠρΑθ 789/2015, αδημ.· ΜΠρΑθ 1753/2015, αδημ.

23. ΠΠρΡοδ 35/2015, αδημ.

Σχετικές Διατάξεις
Διατάξεις: άρθρ. 2 §§ 6-7 ν. 2251/1994· άρθρ 3 § 1, 4 § 2, 6 § 1 Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ· ΑΚ 200, 281, 288, 291, 297-299, 371, 388, 914, 932· άρθρ. 10 § 24 στοιχ. β΄ ν. 2741/1999· άρθρ. 2 § 2 ν. 3587/2007